Copy
Γιώργος Παυλόπουλος - Μάρτιος 2016, Telegram #27
Δείτε το Telegram στον browser σας
Η Αποζημίωση
*Please scroll down for the English version*

 
Η Αποζημίωση ήταν το πρώτο κείμενο που έγραψα στο Βερολίνο. Ολοκληρώθηκε στα τέλη Μαρτίου του 2010 και δημοσιεύθηκε δυόμιση χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2012, στο μαλτέζικο περιοδικό Schlock, στα αγγλικά*. Μολονότι θα μπορούσα σήμερα να κάνω αρκετές διορθώσεις, προτίμησα να μην αλλάξω τίποτα προκειμένου να διατηρήσω τη φρεσκάδα του διηγήματος αλλά και τον εξωτισμό που αναζητούσα τότε σε μια καινούργια πόλη. Η κατανόηση του Βερολίνου μοιάζει μάλλον ελλιπής και το βάρος πέφτει στην καθημερινότητα σχετικά ανέμελων χαρακτήρων. Διαβάζοντάς το, νιώθω να επιστρέφω στην εισαγωγική μου περίοδο στο Βερολίνο, μια εποχή κατά την οποία η οικονομική κρίση δεν είχε ακόμα χτυπήσει την Ελλάδα.

Το μόνο που έκανα εκείνους τους πρώτους μήνες στο Βερολίνο ήταν να εξερευνώ την πόλη και να καταγράφω όσα παρατηρούσα. Παράλληλα, έκανα τις τελευταίες διορθώσεις στον
Ατμό, το δεύτερό μου μυθιστόρημα, το οποίο θα εκδιδόταν τον Σεπτέμβριο του 2010 από τα Ελληνικά Γράμματα. Είχα χρειαστεί πάνω από τρία χρόνια για να γράψω τον Ατμό (τέλη 2005-αρχές 2009) κι ανυπομονούσα για την έκδοσή του. Όταν τον Αύγουστο του 2010 με ειδοποίησαν ότι τα Ελληνικά Γράμματα κλείνουν, κατάλαβα για πρώτη φόρα ότι η Ελλάδα που ήξερα είχε τελειώσει.

Ο
Ατμός (εκδ. Κέδρος)**, όπως και Η Αποζημίωση, εκδόθηκε δυόμιση χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του, τον Μάιο του 2011. Μολονότι η φόρμα, η μορφή και η θεματική των δύο κειμένων είναι εντελώς διαφορετική, στο μυαλό μου είναι πάντοτε συνδεδεμένα. Σηματοδοτούν τη μετάβαση από τη μια πόλη στην άλλη καθώς και το πέρασμα από μια περίοδο σχετικής κοινωνικής ευημερίας στα μίζερα χρόνια της κρίσης. Στο τέλος κάθε ατομικής μου αναζήτησης απομένουν μέσα μου δυο τίτλοι: ο Ατμός κι η Αποζημίωση. Αναρωτιέμαι αν όλα γύρω μας σύντομα θα εξατμιστούν ή αν θα υπάρξει κάποιου τύπου αποζημίωση για τα όσα ζούμε.
 
Γ.Π., Βερολίνο, 22 Μαρτίου 2016

*Η αγγλική μετάφραση της Αποζημίωσης έγινε από την Ευαγγελία Αυλωνίτη.
**Μπορείτε να δείτε εδώ τον Ατμό στη σελίδα του εκδότη, καθώς επίσης και την πρώτη δημοσίευση της Αποζημίωσης στο περιοδικό Schlock.
Άνθρωποι σαν τον Ντορν μοιάζουν εγκλωβισμένοι λίγο κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Χωρίς ποτέ κάποια πτυχή του χαρακτήρα τους να έχει τραυματιστεί ανεπανόρθωτα, στέκονται από επιλογή στις παρυφές της ζωής και λειτουργούν σαν περισκόπια. Οι μέρες τους ταυτίζονται συνήθως μ’ έναν χώρο και επιπλέουν εκεί σαν υποβρύχια σε άνυδρο τοπίο.

  Πολύ πριν σβήσουν τα φώτα του δρόμου για ακόμα ένα ξημέρωμα, ο Ντορν παίρνει το δρόμο για το μανάβικο. Η μέρα είναι άγουρη ακόμα, λιγοστός κόσμος μπαινοβγαίνει νυσταγμένος στο σταθμό Sophie-Charlotte-Platz κι ο ήχος της σιδερένιας πόρτας του μανάβικου λειτουργεί σαν ξυπνητήρι για τη γειτονιά. Ο Ντορν ρίχνει μια κλεφτή ματιά στην επιγραφή πάνω από την είσοδο, Lebensmittel γράφει, και είναι στολισμένη από μια ομάδα χαρούμενων φρούτων σε ανθρώπινες πόζες.

  Τακτοποιεί τα φρούτα και τα λαχανικά στα καφάσια και αναγράφει τις τιμές της ημέρας. Είναι πολλοί αυτοί που σταματούν πριν τη δουλειά για ένα μήλο ή ένα πορτοκάλι. Ο Ντορν παρατηρεί τους ανθρώπους σαν να πρόκειται για τροπικά πουλιά. Οι Βερολινέζοι κοιτάζουν πάντοτε τα φρούτα με απορία, τα περιστρέφουν στα χέρια τους σαν υδρόγειες σφαίρες και στα μάτια τους διακρίνει ένα θαυμασμό σχετικά με την απόσταση που διένυσαν τα φρούτα μέχρι να φτάσουν ως αυτούς. Χάρη στην εμπειρία του έχει μάθει να τους ξεχωρίζει από τους Μεσόγειους πελάτες, που τα επεξεργάζονται με καχυποψία μήπως είναι σάπια, ή από τους Ασιάτες που αναζητούν κάποιο μυστικό περιμετρικά της φλούδας.

  Γύρω στο μεσημέρι, ο Ντορν ετοιμάζεται να υποδεχτεί τον γερο-Φινς, που μένει πάνω από το μανάβικο. Κατεβαίνει κρατώντας παραμάσχαλα ένα ξύλινο κουτί από σοκολατάκια, που μέσα του έχει στοιβάξει τα προσωπικά του είδη ξυρίσματος. Όταν καβαντζάρισε τα ογδόντα, ο Φινς αποφάσισε να προσφέρει μια πολυτέλεια στον εαυτό του: να μην ξυρίζεται μόνος του. Κάθε μεσημέρι, ο Ντορν απλώνει αφρό στα μάγουλα τού Φινς και μ’ ένα ξυράφι που ζεματάει θερίζει τις σκόρπιες τρίχες.

  «Ωραίος καιρός, ε Ντορν;» Για τον Φινς, είτε χιονίζει είτε έχει καύσωνα, ο καιρός είναι ωραίος.
 
  «Πράγματι, ωραίος καιρός, κύριε Φινς».

  «Από τότε που ήρθε η κρίση, ο καιρός είναι πάντοτε καλός. Είναι η αποζημίωση της φύσης για τη δυστυχία των ανθρώπων».

  «Μπορεί και να είναι έτσι».

  «Σίγουρα είναι έτσι. Μπορείς να καταλάβεις την κρίση από τις τιμές των φρούτων. Θυμάμαι ότι στον Πόλεμο, ακρίβυναν τα λαχανικά 20 φένιγκ σε μια βδομάδα...»

  Το μυαλό του γέρο-Φινς έχει κολλήσει στην κρίση και οτιδήποτε συμβαίνει γύρω του είναι απόρροιά της. Αν ο Ντορν εξακολουθεί να τον ξυρίζει, είναι επειδή ο Φινς έχει μια κόρη στην ηλικία του. Περνάει πάντοτε μετά τη δουλειά για δει τον πατέρα της -κι ο Ντορν γύρω στο απόγευμα χτενίζεται μπροστά από μια τσίγγινη κούπα καφέ που κάνει το κεφάλι του να μοιάζει με μελιτζάνα. Όταν ακούει τα τακούνια της, πηγαίνει στην είσοδο και βγάζει μόνο το κεφάλι του έξω. Η Γιασμίν προχωράει βιαστικά, του χαμογελάει φευγαλέα κι αυτό είναι όλο. «Πες της να βγείτε!», ακούει μια φωνή να του λέει.

  Μέσα από το κλουβί του, ο Τετέ κουνάει ανεπαίσθητα το ράμφος του. Είναι ένας παπαγάλος ντυμένος στα χρώματα του ουράνιου τόξου -ο Ντορν τον έχει φέρει από την Νέα Γουινέα χρόνια πριν, όταν ακόμα δούλευε σαν ναυτικός. Είχε προσγειωθεί στο κεφάλι του κοντά στην θάλασσα του Μπίσμαρκ και είχε αρχίσει να μιλάει σε κάποια ακατάληπτη διάλεκτο. Θυμάται ότι έλεγε διαρκώς «τετέ», που -όπως αργότερα έμαθε- στη γλώσσα Τοκ Πισίν σημαίνει «σήμερα».

  «Δεν μπορώ, Τετέ».

  «Ηλίθιε, ηλίθιε», του λέει πάντα. «Αχ και να ‘μουν άνθρωπος».

  Ο Τετέ δείχνει μια απρόσμενη ευχέρεια στη συνεννόηση και το λεξιλόγιό του διαρκώς επεκτείνεται. Τις μέρες που η παλιά ταμειακή μηχανή του μανάβικου στεγνώνει από μελάνι, ο Τετέ κάνει τις προσθέσεις και αναγγέλει τις τελικές τιμές, χωρίζοντας τα ευρώ από τις δεκάρες μ’ ένα τίναγμα του ράμφους που μοιάζει με υποδιαστολή. Κι όταν τα βράδια κουρνιάζει κουρασμένος, ο Ντορν τον τοποθετεί στο κεφάλι του σε ανάμνηση εκείνης της πρώτης φοράς που συναντήθηκαν –και το γέρικο πουλί γίνεται τότε μια προέκταση του κεφαλιού του, ένα πραγματικό περισκόπιο.

  Λίγο πριν κλείσει το μανάβικο, ο Ντορν αφήνει τον Τετέ να πετάξει. Εκείνος, μετά από μερικές ελλειπτικές βόλτες, ξαποσταίνει στην πινακίδα που γράφει Bismarckstraße και ο Ντορν συχνά απορεί αν το πουλί ξέρει να διαβάζει ή αν με το να κάθεται πάνω στο όνομα Μπίσμαρκ νιώθει ότι επιστρέφει στα ανοιχτά της Νέας Γουινέας. Χωρίς ποτέ να παίρνει απάντηση από τον Τετέ, κλείνει την σιδερένια πόρτα και ανηφορίζει την Schloßstraße.

  Είναι μια παλιά βασιλική αλέα, όπου οι κάτοικοι της γειτονιάς συναντιούνται για να παίξουν μπότσια κάτω από δέντρα που γέρνουν σαν κασκέτα. Μολονότι ο Ντορν περνάει τις μέρες του ανάμεσα σε σφαιρικά φρούτα, στην μπότσια είναι ανεπίδεκτος. Δεν έχει καταφέρει ποτέ του να κερδίσει. Παρόλα αυτά, εξακολουθεί να παίζει, κυρίως επειδή πολλοί από τους παίκτες τρώνε φρούτα αγορασμένα από το μανάβικό του. Ακόμα κι όταν η νύχτα πέφτει και το παλάτι στο τέλος του δρόμου λούζεται στο φως, οι ασημένιες μπάλες του παιχνιδιού εξακολουθούν να κυλάνε και να συγκρούονται –και στ’ αυτιά του Ντορν, η ηχώ τους μοιάζει με το επιστέγασμα της συναναστροφής.

  Ο Ντορν είναι συνήθως ο πρώτος που αποχωρεί. Περπατάει μέχρι την πάροδο με το όνομα του παλιού δημάρχου και σκαρφαλώνει στον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας. Σπάνια ξεντύνεται προτού κοιμηθεί, αφού δεν θέλει να αποχωριστεί το άρωμα της Γιασμίν που νομίζει ότι έχει απομείνει στα ρούχα του. Είναι βέβαιος ότι μπορεί να το μυρίσει και καμιά φορά πετάγεται στον ύπνο του και προσπαθεί να το εισπνεύσει όσο πιο βαθιά μπορεί. Είναι ένα άρωμα φλοιού πορτοκαλιού με μια ιδέα από κεράσι, που η έντασή του μοιάζει να οφείλεται στον καυτό ήλιο υποτροπικών κλιματών. Επαναλαμβάνει συνεχώς αυτές τις εισπνοές και μέσα στη νύχτα μοιάζει μ’ έναν ξενιτεμένο παπαγάλο που δεν επαναλαμβάνει λέξεις αλλά γκριμάτσες. Μετά, πίνει λίγο νερό από το γυάλινο μπουκάλι που έχει δίπλα του και κοιτάζει το ρολόι. Έχει μερικές ακόμα ώρες ύπνου μπροστά του προτού το ξυπνητήρι κουδουνίσει. Όταν τελικά σηκωθεί, ένα εσωτερικό ξυπνητήρι θα ενεργοποιηθεί, το οποίο θα μετράει αντίστροφα τις ώρες μέχρι να ξαναδεί την Γιασμίν. Ξέρει ότι σχεδόν θα πετάξει μέχρι την είσοδο μόνο για να της γνέψει, αλλά για τον Ντορν αυτό είναι αρκετό, είναι λες και οι κόποι της ημέρας δικαιολογούνται. Είναι η αποζημίωσή του.

 
Εδώ μπορείτε να κάνετε Like Telegram #27: Η Αποζημίωση / Compensation on Facebook το Telegram στο Facebook
Compensation
*The Compensation was written in March 2010 and it was my very first story set in Berlin. It was published in Schlock magazine in December 2012. English translation by Evangelia Avloniti.


People like Dorn seem to be trapped just under the surface of things. No part of their character has ever been irreparably traumatised so they choose to stand on the periphery of life, operating like periscopes. Their days are usually associated with a particular place in which they float around like submarines on an arid landscape. 

  Long before the streetlights go out for yet another sunrise, Dorn walks towards the grocery shop. The day is still unripened, a few sleepy people pass in and out of Sophie-Charlotte-Platz station and the sound of the iron door of the grocery shop operates like the neighbourhood’s alarm clock. Dorn steals a glance at the sign above the entrance: Lebensmittel, it says, and it is decorated with a group of happy fruits in human poses.

  Dorn arranges the fruits and vegetables in their crates and writes out the prices of the day. There are many people who stop by for an apple or an orange on their way to work. Dorn is observing them as if they were tropical birds. Berliners always look at the fruits quizzically, rotating them in their hands like globes, and in their eyes one can discern admiration for the distances the fruits covered in order to reach them. Experience allows Dorn to distinguish them from his Mediterranean customers who study the fruits with distrust in case they are rotten, or from the Asians who look for secrets in the circumference of the skin.

  Around midday, Dorn prepares to welcome old-Finch, who lives upstairs from the grocery shop. Old-Finch descends carrying under his arm a wooden box of chocolates in which he’s stuffed his shaving kit. He has someone else shave him; it is a luxury he decided to offer himself when he turned eighty. Every noon, Dorn applies foam on Finch’s cheeks and cuts the sparse hairs with a scalding blade.

  “Good weather, isn’t it, Dorn?” For Finch, whether it’s snowing or scorching, the weather’s good.

  “Good weather, indeed, Mr Finch.”

  “The weather’s always been good since the credit crunch. I guess it’s nature’s way of compensating for man’s misery.”

  “Could very well be.”

  “No doubt. You can tell there’s a credit crunch from the prices of fruit. I remember during the war, the price of vegetables went up by 20 pfennig in a single week …”

  Old-Finch’s mind is stuck on the credit crunch and whatever happens is a direct result of it. If Dorn continues shaving him it is because Finch has a daughter his age. She always drops in after work to see her father. In the afternoon Dorn combs his hair in front of a tin mug that makes his head look like an aubergine. When he hears the clicking of her heels he goes to the entrance and sticks his head out of the door. Jasmine walks by hurriedly, giving him a fleeting smile and that is all there is to it. “Ask her out,” he hears a voice saying to him. 

  Tete is moving his beak imperceptibly inside his cage. He’s a parrot dressed in the colours of the rainbow. Dorn brought him from New Guinea years ago, when he was a sailor. The parrot had landed on his head near the sea of Bismarck, talking in some incomprehensible dialect, constantly repeating the word “tete”, which –as he later found out- means “today” in the language of Tok Pisin.

  “I can’t, Tete.”

  “Stupid, stupid,” the parrot always says. “If only I was a man.”

 Tete demonstrates an unexpected fluency in communication and his vocabulary is constantly expanding. On the days when the old till at the grocery shop dries of ink, Tete does the calculations himself and announces the total amount separating the euros from the cents with a shake of his beak that resembles a decimal point. When he tiredly comes to roost for the night, Dorn places him on top of his own head in remembrance of their first meeting; then the old bird becomes an extension of his head, a true periscope.

  Just before closing time, Dorn lets him fly about. Tete, following a few elliptical rounds, rests on the sign that reads Bismarckstraße causing Dorn to wonder whether the bird knows how to read; whether by sitting on the name Bismarck he feels as if he’s returning to the open seas of New Guinea. Never getting any answers from him, Dorn pulls down the heavy iron door and walks up Schloßstraße.

  It is an old royal avenue, where the neighbourhood’s residents meet to play botcha under trees that droop down like caps. Even though Dorn spends his days amongst round fruits, he is useless in botcha. He’s never managed to win. Yet, he continues to play, mainly because many of his fellow players buy their fruits from his grocery shop. Even when night falls and the palace at the end of the road is bathed in light, the silver balls of the game continue to roll and collide and in Dorn’s ears their echo resembles the culmination of their association.

  Dorn is usually the first one to leave. He walks to the side street with the name of the old mayor and ascends to the top floor of his building block. He rarely takes his clothes off before falling asleep, as he doesn’t want to part from Jasmine’s scent, which he thinks is still lingering on his clothes. He is certain that he can smell it and there are times when he jumps up from his sleep and tries to inhale it as deeply as he can. It is the scent of orange skin with a trace of cherry in it, and its strength seems to owe something to the burning sun of subtropical climates. He continues inhaling into the night resembling an expatriate parrot that does not repeat words but phrases. Then, taking a sip of water from the glass bottle right next to him he looks at the clock. There are a few more hours of sleep ahead of him before the alarm clock starts ringing. Then, an internal clock will be activated, which will start counting in reverse the hours until he sees Jasmine again. He knows that he will almost fly to the entrance just to nod at her, but for Dorn this is enough. It is as if the toils of the day are justified. It is his compensation.

 
 Click here to Like Telegram #27: Η Αποζημίωση / Compensation on Facebook Telegram on Facebook
Μοιραστείτε το Telegram:
Share
Tweet
Forward to Friend
Επίσημες σελίδες του Γιώργου Παυλόπουλου στο Internet:
Website
Website
Facebook
Facebook
Instagram
Instagram
Tumblr
Tumblr
Twitter
Twitter
Vimeo
Vimeo
Copyright © 2016 George Pavlopoulos, All rights reserved.
Λαμβάνετε αυτό το newsletter λόγω της εγγραφής σας στην ιστοσελίδα μου :)


unsubscribe from this list    update subscription preferences 

Email Marketing Powered by Mailchimp